πυκνός


πυκνός
πυκνός, ή, όν частый, плотный, тесный (ср. συχνός)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πυκνός" в других словарях:

  • πυκνός — ή, ό / πυκνός, ή, όν, ΝΜΑ, ποιητ. τ. πυκινός, ή, όν, αιολ. τ. πύκνος, ον, Α 1. αυτός που περιέχει πολλή ύλη σε μικρό χώρο, δηλ. αυτός τού οποίου τα συστατικά βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, συμπαγής, σφιχτός, κρουστός (α. «πυκνή ύφανση» β.… …   Dictionary of Greek

  • πυκνός — ή, ό 1. αυτός που έχει πολλή ύλη, πηχτός, σφιχτός, κρουστός. Πυκνός πληθυσμός. – Πυκνό ύφασμα. 2. μτφ., αδιαπέραστος: Πυκνό σκοτάδι. 3. ο ένας μετά τον άλλο, αλλεπάλληλος: Πυκνές ερωτήσεις. 4. πλούσιος, άφθονος, δασύς: Πυκνά φρύδια. – (μτφ.)… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πυκνός — πνύξ the Pnyx masc gen sg πυκνός close masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνός — [пикнос] εκ. густой, плотный, насыщенный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • πυκνότερον — πυκνός close adverbial comp πυκνός close masc acc comp sg πυκνός close neut nom/voc/acc comp sg πυκνος with pointed bottom adverbial comp πυκνος with pointed bottom masc acc comp sg πυκνος with pointed bottom neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνοτάτων — πυκνός close fem gen superl pl πυκνός close masc/neut gen superl pl πυκνος with pointed bottom fem gen superl pl πυκνος with pointed bottom masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνοτέραις — πυκνός close fem dat comp pl πυκνοτέρᾱͅς , πυκνός close fem dat comp pl (attic) πυκνος with pointed bottom fem dat comp pl πυκνοτέρᾱͅς , πυκνος with pointed bottom fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνοτέρων — πυκνός close fem gen comp pl πυκνός close masc/neut gen comp pl πυκνος with pointed bottom fem gen comp pl πυκνος with pointed bottom masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνότατα — πυκνός close adverbial superl πυκνός close neut nom/voc/acc superl pl πυκνος with pointed bottom adverbial superl πυκνος with pointed bottom neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνότατον — πυκνός close masc acc superl sg πυκνός close neut nom/voc/acc superl sg πυκνος with pointed bottom masc acc superl sg πυκνος with pointed bottom neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πυκνοτέρως — πυκνός close adverbial comp πυκνός close masc acc comp pl (doric) πυκνος with pointed bottom masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)